Ένα Χριστουγεννιάτικο «παραμύθι» που κανείς δεν έχει διαβάσει μέχρι σήμερα (ΒΙΝΤΕΟ)

Ένα Χριστουγεννιάτικο «παραμύθι» που κανείς δεν έχει διαβάσει μέχρι σήμερα (ΒΙΝΤΕΟ)
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα μακρινή ήταν παραμονή Χριστουγέννων, με το κρύο να είναι αβάσταχτο.

Το χιόνι είχε πασπαλίσει τους δρόμους και γρήγορα-γρήγορα κάτω στρώθηκε ένα μακρύ λευκό χαλί, που όμως δεν ζέσταινε τα πόδια.

Με τέτοιο κρύο και τέτοιο σκοτάδι, ένα φτωχό κοριτσάκι, που πουλούσε σπίρτα, περπατούσε στο δρόμο με ένα τρύπιο σκουφί, ξυπόλητη, καθώς είχε χάσει κάτι μεγάλες παντόφλες που φορούσε.

Κάτι είχε ακούσει στο ραδιόφωνο μιας παλιάς ταβέρνας που είχε πάει να ζητιανέψει λίγο φαγητό. Κάτι για την θερμοκρασία που έχει ανέβει επικίνδυνα σε όλον τον πλανήτη. Τότε είχε χαμογελάσει και είχε σκεφτεί:

«Ωραία, τουλάχιστον δεν θα κρυώνω πια τόσο πολύ».

Απογοητευμένη τώρα σκεφτόταν πως οι κυβερνήτες νοιάζονταν περισσότερο για μία θεωρία, παρά για την ίδια!

Πεινασμένη και παγωμένη η μικρή συνέχισε να περπατάει με τις τελευταίες τις δυνάμεις και είχε ήδη αρχίσει να απογοητεύεται. Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν πάνω στο τρύπιο σκουφάκι της.

Το κοριτσάκι τελικά βρήκε και κάθισε σε μια γωνία που σχημάτιζαν οι τοίχοι δύο σπιτιών. Κρύωνε όλο και περισσότερο. Ωστόσο, δεν τολμούσε να επιστρέψει στο σπίτι της χωρίς να έχει πουλήσει ούτε ένα κουτάκι σπίρτα και χωρίς να έχει πάρει ούτε ένα κέρμα.

Ο πατέρας της θα την χτυπούσε!

Κρύωνε όμως! «Πόσο καλό θα μου έκανε ένα σπίρτο!», σκέφτηκε το κοριτσάκι.

Αχ και να έπαιρνε ένα σπίρτο από το κουτάκι και να το έτριβε στον τοίχο για να ζεστάνει λίγο τα δάχτυλα της. Τελικά βρήκε το θάρρος και τράβηξε ένα σπίρτο. Χριτς! Το άναψε και ένιωσε αμέσως την φωτιά του. Το σπίρτο έβγαζε μια ζεστή φωτεινή φλόγα μέσα από το χεράκι της μικρής. Ήταν ένα παράξενο φως.

Το κοριτσάκι ένιωσε σαν να κάθεται μπροστά σε μία σιδερένια σόμπα διακοσμημένη με μπρούτζινα στολίδια, που η φωτιά της έκαιγε τόσο όμορφα και η ζεστασιά της ήταν τόσο ευχάριστη.

Την εικόνα χάλασε ένας περίεργος άνθρωπος! Δεν ξεχώριζες αν ήταν άνδρας ή γυναίκα. «Απαγορεύεται η καύση ξύλων. Η ατμόσφαιρα έχει επιβαρυνθεί και η αιθαλομίχλη απειλεί την υγεία μας».

Το σπίρτο έσβησε. Το κοριτσάκι δεν μπορούσε ούτε να ονειρευτεί.

Ένα νέο σπίρτο άναψε, άρχισε να καίει και να φωτίζει. Στο μέρος που έπεφτε το φως, ο τοίχος έγινε διάφανος σαν διάδρομος! Η μικρή έβλεπε απευθείας μέσα στο σπιτικό όπου υπήρχε ένα τραπέζι με ένα εκθαμβωτικά λευκό τραπεζομάντιλο, στρωμένο με τις καλύτερες πορσελάνες, και το φαγητό -μια γεμιστή γαλοπούλα- άχνιζε υπέροχα.

Πάλι εμφανίστηκε αυτός ο περίεργος τύπος. Τώρα φάνηκαν τα γαλόνια του! Είχαν ένα περίεργο σύμβολο και δύο αρχικά: «MC».

Άρχισε πάλι να λέει: «Απαγορεύεται η βρώση κρέατος! Υπάρχει τεράστια γκάμα επιλογών διατροφής, για την οποία φροντίζει το παγκόσμιο εργαστήριο παραγωγής τροφίμων. Ευχαριστούμε για την κατανόηση».

Πάει και το δεύτερο σπίρτο! Το κοριτσάκι δεν μπορούσε να απολαύσει ούτε λίγες στιγμές ονειροπόλησης.

Δεν το έβαλε κάτω! Άναψε ένα καινούριο σπίρτο.

Τώρα η μικρή καθόταν κάτω από το πιο υπέροχο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Χιλιάδες φωτάκια άναβαν στα πράσινα κλαδιά του, και πολύχρωμες εικόνες από αυτές που έβλεπε από τα παράθυρα των μαγαζιών την κοιτούσαν από ψηλά.

Ε, όχι! Πάλι αυτός ο ερμαφρόδιτος! Τι θέλει, γιατί δεν αφήνει την μικρούλα να ονειρευτεί για να ξεχάσει την ταλαιπωρία της;

«Μειώστε την κατανάλωση ρεύματος, μην κόβετε δέντρα! Ο πλανήτης δεν αντέχει».

Οι παγερές λέξεις του ψύχραιναν ακόμα περισσότερο το σώμα αλλά και την ψυχούλα της μικρής. Έσβησε ανεκμετάλλευτο και το τρίτο σπίρτο!

Η μικρούλα κοίταξε προς τα αστέρια, τα οποία έβλεπε σαν χριστουγεννιάτικα στολίδια, μιας και δεν μπορούσε να έχει δικά της. Ένα από αυτά έπεσε προς την γη αφήνοντας πίσω του μια φωτεινή ουρά στον ουρανό.

«Τώρα κάποιος πεθαίνει!», είπε η μικρή.

Η γιαγιούλα της, η μόνη που της είχε φερθεί με αγάπη, αλλά που τώρα πια είχε πεθάνει, της είχε πει κάποτε: «Όποτε πέφτει ένα αστέρι, μια ψυχή ανεβαίνει στον Θεό!»

Πόσο ήθελε να πάει στο Φως!

Το κοριτσάκι άναψε ένα ακόμα σπίρτο πάνω στον τοίχο.

Στην λάμψη του στεκόταν η γιαγιά της φωτισμένη, ήρεμη και ευγενική.

«Γιαγιά» της φώναξε η μικρή «πάρε με μαζί σου».

Βιαστικά το κοριτσάκι άναψε και τα υπόλοιπα σπίρτα που είχε στο κουτί, γιατί ήθελε να κρατήσει την γιαγιά κοντά της. Τα σπίρτα άναψαν και σκόρπισαν τόση λάμψη ώστε φώτισε περισσότερο ακόμη και από την ημέρα.

Ήρθε πάλι ο ερμαφρόδιτος ασφαλίτης. Αυτή την φορά πιο εξαγριωμένος από ποτέ.

«Τι κάνετε εκεί; Απαγορεύεται να την πάρετε. Θα φροντίσει για αυτήν η κρατική πρόνοια του παγκόσμιου καθεστώτος. Απομακρυνθείτε πάραυτα από την μικρή».

Αυτή την φορά όμως, η σκέψη θα νικούσε, η ελεύθερη βούληση θα θριάμβευε. Το κοριτσάκι δεν ήθελε πια χριστουγεννιάτικα φώτα και φαγητό. Ήθελε να φύγει από τον κόσμο τους. Τον απέρριψε.

Η γιαγιά, φωτεινή όσο ποτέ άλλοτε, πήρε το κοριτσάκι αγκαλιά και πέταξαν χαρούμενες και οι δυο τους. Το κρύο, η πείνα και ο φόβος άφησαν για πάντα το κοριτσάκι. Είχε πάει στον Χριστό, είχε πάει στο Φως.

Στην γωνία ανάμεσα στα δύο σπίτια καθόταν μέσα στο κρύο το μικρό άψυχο σωματάκι με κόκκινα μάγουλα και ένα χαμόγελο σχηματισμένο στο στόμα του. Είχε πεθάνει από το κρύο.

Και ξαφνικά εμφανίστηκε πάλι ο κ. Ερμαφρόδιτος. Μας πως; Αυτός εμφανιζόταν μόνο στα όνειρα της μικρής. Έσκυψε και με τα γαμψά του δάκτυλα ψαχούλεψε στο κεφάλι της.

«Πρέπει να βελτιώσουμε τα εμφυτεύματα. Η χειραγώγηση της ονειροπόλησης φαίνεται πως δεν λειτούργησε καλά».

Σκασμένος αποφάσισε να φύγει. Καθώς τίναξε βιαστικά και άτσαλα την κάπα του, στο χιονισμένο έδαφος έπεσε μια κάρτα. Ο υπεύθυνος της κρατικής εταιρείας περισυλλογής πτωμάτων που εμφανίστηκε μετά από λίγο για να περισυλλέξει το άψυχο σώμα της μικρής, την πρόσεξε, καθώς ήταν περιλουσμένη από διάφορα χρώματα.

Την σήκωσε από το έδαφος και χαμογέλασε πικρά! Το σύμβολο του ήταν γνωστό, όπως και τα αρχικά: «MC – Mother Company».

ΦΩΤΟ pexels

Share this post