Η αρχιτεκτονική δυστοπία ως πρόδρομος της υγειονομικής δυστοπίας … Μια πρώιμη υλοποίηση του ανάποδου κόσμου

Η αρχιτεκτονική δυστοπία ως πρόδρομος της υγειονομικής δυστοπίας … Μια πρώιμη υλοποίηση του ανάποδου κόσμου

Γράφει ο Vitruvian

Ο τελικός κριτής κάθε επιτεύγματος της εφαρμοσμένης επιστήμης και της τεχνολογίας είναι ο τελικός χρήστης του. Θα προσπαθήσω, με το βλέμμα του μη ειδικού αλλά ενός ανθρώπου που ζει στο περιβάλλον μιας σύγχρονης πόλης και η ζωή του επηρεάζεται από τις αρχιτεκτονικές επιλογές που έγιναν και γίνονται, να κρίνω τις επιλογές αυτές με τη βοήθεια των απόψεων σημαντικών στοχαστών, ειδικών και μη.

Βασικός σκοπός της Νέας Τάξης Πραγμάτων είναι η πλήρης αντιστροφή των παραδοσιακών αξιών σε όλους τους τομείς. Προφανώς αυτό δεν μπορεί να γίνει μονομιάς, αλλά γίνεται τμηματικά σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα με την εκμετάλλευση συχνά κάποιου καταστροφικού γεγονότος. Έτσι, μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επικράτησε πλήρης ανατροπή αξιών, μεταξύ άλλων και στο χώρο της αρχιτεκτονικής.

κλασική αρχιτεκτονική χαρακτηρίζεται από αρμονία, ισορροπία και συμμετρία, υιοθέτηση ανθρώπινης κλίμακας, αναζήτηση της ομορφιάς και της αισθητικής απόλαυσηςχρήση διακοσμητικών στοιχείωνμοτίβων από την κλασική αρχαιότητα, διακριτική ενσωμάτωση στο περιβάλλον και στην ιστορία κάθε τόπου.

Αντίθετα, η μοντέρνα αρχιτεκτονική αποπειράθηκε να κάνει μια νέα αρχή εκ του μηδενός και χαρακτηρίζεται από την απλοποίηση, την έμφαση στη λειτουργικότητα και τον πρακτικό προορισμό κάθε κτιρίου (η μορφή ακολουθεί τη λειτουργία) αντί για την έμφαση στην αισθητική απόλαυση και ομορφιά, την κατάργηση κάθε διακοσμητικού στοιχείου και κάθε αναφοράς στο παρελθόν“ψυχρή” συμμετρία και συχνά έλλειψη συμμετρίας, έμφαση στη μεγάλη κλίμακα με κατάργηση της ανθρώπινης, ρήξη με το περιβάλλον και την ιστορία, και μια τελείως διαφορετική αισθητική που δεν θυμίζει σε τίποτα την αισθητική του παρελθόντος.

Ο πρακτικός λόγος που οδήγησε σε αυτές τις επιλογές ήταν η ανάγκη για γρήγορη και οικονομική ανοικοδόμηση, καθώς και αποκατάσταση των τεράστιων καταστροφών του πολέμου. Ο ψυχολογικός λόγος ήταν η ανάγκη να ξεχαστούν οι πληγές του παρελθόντος και να γίνει μια νέα αρχή που θυμίζει τη μεγάλη επανεκκίνηση και την εφαρμογή του σλόγκαν “build back better”, αυτή τη φορά κυριολεκτικά. Καταλυτικά γεγονότα προς την ίδια κατεύθυνση ήταν η εμφάνιση νέων δομικών υλικών, όπως το τσιμέντο, το γυαλί και το ατσάλι, η επικράτηση του Ι.Χ. αυτοκινήτου για τις μετακινήσεις και η ανάπτυξη της τεχνολογίας.

Ο David Watkin, στην «Ιστορία της Δυτικής Αρχιτεκτονικής», σημειώνει πάντως ότι:

«Συχνά όσοι περιγράφουν και υπερασπίζονται τη μοντέρνα αρχιτεκτονική την παρουσιάζουν ως την αναπόφευκτη απόκριση στα νέα υλικά και στις νέες τεχνολογίες. Στην πραγματικότητα όμως αυτή ήταν το αποτέλεσμα μιας εικονοκλαστικής αντίληψης περί μοντέρνου πνεύματος, για την οποία η απαραίτητη τεχνολογία πολλές φορές δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή, σε ορισμένες δε περιπτώσεις δεν υπήρξε ούτε και μετά»1.

Στην πορεία, η μοντέρνα αρχιτεκτονική απέκτησε ιδεολογική θεμελίωση και προβλήθηκε ως δημοκρατική, συμβατή με την ανθρώπινη εξέλιξη και πρόοδο και ως απελευθερωτική για τον καλλιτέχνη-αρχιτέκτονα που μπορούσε να δημιουργήσει ό,τι θέλει, χωρίς να δεσμεύεται από κλασικά πρότυπα. Υποστηρίχτηκε ακόμα και ότι θα βοηθούσε να φτάσουμε στην τέλεια κοινωνία κόβοντας κάθε δεσμό με το παρελθόν2. Ταυτόχρονα, κάθε προσπάθεια οικοδόμησης με βάση παραδοσιακές αρχές δέχτηκε σφοδρή επίθεση ως μη συμβατή με το πνεύμα της εποχής (Zeitgeist).

Βλέπουμε και εδώ το ίδιο μοτίβο που ακολουθεί η Νέα Τάξη Πραγμάτων, δηλαδή με αφορμή κάποιο καταστροφικό γεγονός, όπως ο Β΄ ΠΠ και η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, επιβάλλει την παράκαμψη των παραδοσιακών αξιών προκειμένου να λυθούν τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί. Σταδιακά, οι παραδοσιακές αξίες αντικαθίστανται από τις αντίθετές τους, που θεμελιώνονται ιδεολογικά και παγιώνονται με τη βοήθεια μιας επιστημονικής ελίτ, η οποία λειτουργεί με την προπαγάνδα και με την απαξίωση κάθε αντίθετης άποψης. Υπάρχει ακόμη και η υπόσχεση για την τελειοποίηση του ανθρώπου.

Χωρίς αμφιβολία όλα αυτά εξυπηρετούν τους σκοπούς της Νέας Τάξης Πραγμάτων, κυρίως με το Διεθνές Στιλ, με την επικράτηση της ομοιομορφίας και την προσπάθεια εξάλειψης κάθε τοπικού χρώματος και ιδιαίτερου χαρακτήρα. Προλειάνθηκε έτσι το έδαφος για την παγκοσμιοποίηση και, κατ’ επέκταση, για έναν παγκόσμιο πολιτισμό. Με δεδομένο ότι η μοντέρνα αρχιτεκτονική εμπνέεται και από την αισθητική των μηχανών, εξοικειώνει τον άνθρωπο με το μηχανιστικό τρόπο ζωής και με την προοπτική να συγχωνευτεί και αυτός με τις μηχανές στα πλαίσια του μετανθρωπισμού.

Επί της ουσίας, όμως, τίθεται το εξής ερώτημα: εφαρμόστηκε επιτυχώς το “build back better” ή μήπως καταλήξαμε σε ένα αποτέλεσμα που παραπέμπει σε “build back worse”;

Το περιβάλλον των σύγχρονων πόλεων μπορεί να χαρακτηριστεί ως “άρρωστο” και ως πηγή άγχους και αρνητικών συναισθημάτων για πολλούς ανθρώπους. Πολλοί παράγοντες μάς έχουν οδηγήσει εκεί, όπως οι φρενήρεις και αγχωτικοί ρυθμοί της σύγχρονης ζωής, η ρύπανση του περιβάλλοντος, η αστυφιλία, το κυκλοφοριακό πρόβλημα, αλλά ο βασικός λόγος είναι η κακή αρχιτεκτονική, γι’ αυτό ονομάζουμε τις σύγχρονες πόλεις “τσιμεντουπόλεις”.

Μήπως αναζητούμε την αρχιτεκτονική της ευτυχίας, σύμφωνα με τον τίτλο γνωστού βιβλίου, γιατί καθημερινά βιώνουμε την αρχιτεκτονική της δυστυχίας;

Σημειολογικά λέμε ότι θέλουμε να “αποδράσουμε” από τις σύγχρονες πόλεις πάντα προς κάποιο μέρος όπου κυριαρχεί η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, π.χ. προς τα ελληνικά νησιά ή τις παλιές ευρωπαϊκές πόλεις. Ο κριτικός κινηματογράφου και δημοσιογράφος Roger Ebert γράφει:

«Έχοντας περάσει όλη μου τη ζωή τριγυρνώντας όποτε μπορούσα στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στη Στοκχόλμη, στο Κέηπ Τάουν, στο Κιότο, τα πόδια μου βαδίζουν χαλαρά στους παλιούς δρόμους και αποφεύγουν τους νέους»3.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η παραδοσιακή αρχιτεκτονική μεγαλούργησε ακόμη και σε τομείς που μπορούν να χαρακτηριστούν άχαροι και τετριμμένοι. Ο David P. Handlin γράφει για τα εργοστάσια του 18ου αιώνα:

«Τα εργοστάσια φαίνονταν σαν σύμβολα μιας νέας κοινωνικής τάξης που πολύ λίγοι άνθρωποι καλωσόριζαν χωρίς ενδοιασμούς (…) Οι εργοστασιάρχες συχνά επέμεναν στη διακόσμηση. Η εξωτερική φύση αυτών των καλλωπισμών ήταν χρήσιμη γιατί έδειχνε σε κοινή θέα ότι δεν ήταν μέτρο όλων των πραγμάτων το χρήμα – ότι στην πραγματικότητα η επιχείρηση δεν ήταν χωρίς ψυχή»4.

Έτσι η βιομηχανική εποχή μάς πρόσφερε επιτεύγματα που εκτός από χρηστική είχαν και καλλιτεχνική αξία, όπως, για παράδειγμα, οι σιδηρόδρομοι και οι σιδηροδρομικοί σταθμοί.

Ένας από τους πιο μεγαλοπρεπείς και πανέμορφους σιδηροδρομικούς σταθμούς στην Αμερική, επίτευγμα της χρυσής εποχής των σιδηροδρόμων, ήταν ο σταθμός Pennsylvania στη Νέα Υόρκη. Τη δεκαετία του ΄60, η ιδιοκτήτρια εταιρεία αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα και αποφάσισε την κατεδάφισή του και την αντικατάστασή του από έναν άχαρο, υπόγειο σταθμό. Η κατεδάφιση χαρακτηρίστηκε από τον Watkin ως το ναδίρ της αμερικανικής αρχιτεκτονικής ζωής5. Ο ιστορικός τέχνης Vincent Scully είπε ότι:

«Μέσα από το σταθμό Pennsylvania κάποιος έμπαινε στην πόλη σαν θεός. Τώρα τρέχει σαν αρουραίος».

Η θυσία του σταθμού έγινε αφορμή να επανεκτιμηθεί η αξία των ιστορικών κτιρίων της Νέας Υόρκης και να προστατευθούν με νόμους6.

Σε μια ανάλογη περίπτωση στο Παρίσι, στις αρχές της δεκαετίας ΄70 είχε εκδοθεί άδεια κατεδάφισης για τον εμβληματικό σταθμό Gare d’ Orsay. Όμως, η κατεδάφιση κάποιων άλλων κλασικών κτιρίων που είχε προηγηθεί αλλοίωσε το χαρακτήρα της περιοχής τους με συνέπεια να αναγνωριστεί και εκεί η ανάγκη για διατήρηση των κλασικών κτιρίων. Ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίν το 1973 μετέτρεψε το σταθμό στο πασίγνωστο Μουσείο Orsay. Η απώλεια κλασικών κτιρίων οδηγεί σε δυσαναπλήρωτο κενό και η αντικατάστασή τους με νέα σε αισθητική υποβάθμιση, οπότε δεν είναι δυνατόν να ισχύει το “build back better”.

Ο Anthony Sutcliffe στο βιβλίο του “Paris, An architectural History” περιγράφει τη μοντέρνα παρισινή αρχιτεκτονική ως εξής:

«πληκτική παρέλαση από ακατέργαστο σκυρόδεμα, ψυχρή συμμετρία και συνεχή επανάληψη που (…) στερείται πολλών από τα ποιοτικά στοιχεία του παρελθόντος ενώ διατηρεί κάποια από τα ελαττώματα του»7.

Ο φιλόσοφος Nassim Nicholas Taleb γράφει στο βιβλίο του “Antifragile”:

«Για κάποιους, αυτά τα κτίρια προκαλούν κάτι περισσότερο από αισθητική βλάβη. Πολλοί Ρουμάνοι νιώθουν πικρία για την καταστροφή από τον δικτάτορα Τσαουσέσκου παραδοσιακών χωριών που αντικαταστάθηκαν από μοντέρνους ουρανοξύστες. Η νεομανία και η δικτατορία είναι ένας εκρηκτικός συνδυασμός. Στη Γαλλία κάποιοι κατηγορούν τα οικιστικά πλάνα μοντέρνας αρχιτεκτονικής για τις εξεγέρσεις των μεταναστών. Ο δημοσιογράφος Κάλντγουελ έγραψε για τις αφύσικες συνθήκες ζωής. Ο Le Corbusier καλούσε τα σπίτια μηχανές για κατοικία. Τα οικιστικά πλάνα της Γαλλίας όπως όλοι ξέρουμε έγιναν μηχανές αποξένωσης»8.

Ο Ebert συμπληρώνει:

«Πολλή από τη μοντέρνα αρχιτεκτονική έχει γίνει πια κουραστική για μένα. Δεν ευφραίνει την καρδιά. Δε φαίνεται να ξεπηδάει από ανθρώπους. (…) Δεν είναι αρμονική. (Ο Louis Sullivan έλεγε) κάθε κτίριο που βλέπετε είναι η εικόνα ενός ανθρώπου που δεν βλέπετε. Ο άνθρωπος πίσω από ένα κτίριο του Sullivan μοιάζει ανθρώπινος και διασκεδαστικός, κάποιος που φέρνει δώρα στον παρατηρητή. Ο άνθρωπος πίσω από ένα κτίριο του Mies (Van der Rohe) φαίνεται περισσότερο σαν μηχανή και μοιάζει με έναν τσιγκούνη ο οποίος δεν επιτρέπει την παραμικρή λεπτομέρεια που δεν είναι απολύτως απαραίτητη. (…) (Ο Mies) και η γενιά του φαίνεται ότι μας έχουν δείξει το δρόμο για μια αρχιτεκτονική που είναι ολοκληρωτική μέσα στην αυστηρή οικονομία της. (…) Η Βενετία δεν θα φαγωθεί ποτέ από τη μοντέρνα αρχιτεκτονική. Αν και είναι η πιο απειλούμενη πόλη είναι και η πιο ασφαλής»9.

Βλέπουμε ότι, αν και η μοντέρνα αρχιτεκτονική παρουσιάζεται από τους απολογητές της σαν δημοκρατική, σύμφωνα με τους ανωτέρω συγγραφείς είναι στην πράξη ολοκληρωτική. Και πώς μπορεί να επικαλείται την ελεύθερη έκφραση του καλλιτέχνη, όταν απαγορεύει ένα μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής έκφρασης ως ασύμβατο με τη σημερινή εποχή;

Ως αντίδραση στη μονοτονία και την αυστηρότητα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, αναπτύχθηκε η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική, δυστυχώς όμως και πάλι με αμφίβολης αξίας αισθητικά αποτελέσματα.

Ο καθηγητής Νίκος Σαλίγκαρος χαρακτηρίζει τη μοντέρνα και μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική ως “αντι-αρχιτεκτονική” που προωθήθηκε από μια επιστημονική ελίτ η οποία δεν λειτουργεί με βάση τις αρχές της αμερόληπτης και αντικειμενικής επιστήμης αλλά σαν παραθρησκευτική αίρεση ή σέχτα.  Στο εξαιρετικό βιβλίο του “Anti-architecture and deconstruction” μας παρουσιάζει τα οκτώ χαρακτηριστικά γνωρίσματα που καθορίζουν κάθε τέτοια επιστημονική σέχτα:10

1. Προκαλεί καταστροφή

2. Απομονώνει τα μέλη της από τον κόσμο

3. Ισχυρίζεται ότι κατέχει ειδική γνώση και ηθική

4. Απαιτεί αυστηρή υπακοή

5. Εφαρμόζει πλύση εγκεφάλου

6. Αντικαθιστά την κοσμοθέαση του ατόμου

7. Έχει μια αυτοαναφορική φιλοσοφία

8. Δημιουργεί τη δική της γλώσσα

Όποιος δει τα χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα με καθαρό μυαλό και χωρίς προκατάληψη μπορεί εύκολα να αντιληφθεί ότι φωτογραφίζουν και την τρέχουσα υγειονομική δικτατορία.

Πράγματι, τα υγειονομικά μέτρα προκάλεσαν μεγάλη καταστροφή στην ψυχική υγεία και γενικά στην υγεία του πληθυσμού με τη διακοπή των θεραπειών για άλλες σοβαρές παθήσεις εκτός του κορωνοϊού, τεράστιες βλάβες στην οικονομία, ανεργία, κοινωνικό διχασμό, κοινωνικούς αποκλεισμούς και πολλά άλλα δεινά.

Η απομόνωση έγινε με τα λοκντάουν, εξαιτίας των οποίων από την αρχή όλοι μείναμε μόνοι μας χωρίς να μπορούμε να έρθουμε σε επαφή και να ανταλλάξουμε απόψεις με άλλους ανθρώπους, κάτι που πιθανώς θα μας βοηθούσε να δούμε το θέμα με μεγαλύτερη ψυχραιμία, και δεχόμενοι συνεχή βομβαρδισμό από αρνητικές ειδήσεις οδηγηθήκαμε σε ψυχολογική κατάρρευση και στην αίσθηση ότι κάτι τρομερό συμβαίνει.

Προβλήθηκε ιδιαίτερα η θέση ότι “οι ειδικοί ξέρουν” αλλά και η ιδιόμορφη ηθική της ατομικής ευθύνης (που ισχύει μόνο για τους απλούς πολίτες και όχι για τους ειδικούς) και της λογικής που υποκρυπτόταν στο σύνθημα “εμβολιάζομαι εγώ για να προστατέψω το συνάνθρωπο”.

Η αυστηρή υπακοή προωθήθηκε με τον κοινωνικό εξοστρακισμό των ανυπάκουων και με προτάσεις όπως “δεν επιτρέπεται η αμφισβήτηση της επιστήμης”.

Η πλύση εγκεφάλου εφαρμόστηκε κυρίως από την τηλεόραση αλλά και από όλα τα ΜΜΕ, με όλους τους δυνατούς τρόπους, όπως διαφημιστικές αφίσες κ.λπ.

Η κοσμοθέαση της πλειοψηφίας των πολιτών των κρατών του δυτικού κόσμου ήταν βασισμένη στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην αποδοχή της διαφορετικότητας. Τα τελευταία χρόνια οι ίδιοι πολίτες δέχτηκαν περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία και έκφραση ιδεών, υποχρεωτικές ιατρικές πράξεις και τον αποκλεισμό από την κοινωνική ζωή υγιών ανθρώπων λόγω της διαφορετικής επιλογής τους, επειδή τους έπεισαν ότι όλα αυτά ήταν για το κοινό καλό.

Στην αυτοαναφορική φιλοσοφία ίσως ταιριάζουν τα ιδεολογήματα της μεγάλης επανεκκίνησης, του μετανθρωπισμού, του homo deus κ.λπ.

Τέλος από γλωσσοπλασία άλλο τίποτα, βλέπε “νέα κανονικότητα”, “αρνητές”, “ψεκασμένοι” (ως απόδοση στα ελληνικά της λέξης “covidiots”), “ανθρωπιστικά λοκντάουν” κ.λπ.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας παραθέτει κάποια στρατηγήματα των σεχτών:11

Αποκρύπτουν τον πραγματικό σκοπό της σέχτας.

Αρνούνται ότι η σέχτα μπορεί να κάνει λάθος.

Χρησιμοποιούν ένα ωμό παιχνίδι δύναμης.

Προσφέρουν μια δηλητηριώδη συμφωνία.

Επιτίθενται στον κατασκευασμένο εχθρό.

Οι αντιστοιχίες με την διαχείριση της υγειονομικής κρίσης είναι οι εξής:

Ο σκοπός της υγειονομικής τυραννίας που αποκρύπτεται είναι η επιτάχυνση της ψηφιοποίησης κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας που οδηγεί στον παγκόσμιο έλεγχο.

Η άποψη ότι οι ειδικοί δεν είναι δυνατόν να κάνουν λάθος προβλήθηκε ιδιαίτερα από τα ΜΜΕ που αγνόησαν ή λοιδόρησαν κάθε αντίθετη άποψη, χρησιμοποιώντας συνθήματα όπως το προαναφερθέν περί μη αμφισβήτησης της επιστήμης. Είναι αξιοσημείωτο επίσης το γεγονός ότι η καινοφανής ειδικότητα των fact checkers επισημαίνει πάντοτε τα λάθη όσων εκφράζουν αντισυστημικές απόψεις και σπανιότατα έως ποτέ των επιστημόνων εκείνων που προωθούν και υποστηρίζουν το επίσημο αφήγημα των κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών, όπως του Π.Ο.Υ., σαν να ήταν απίθανο να κάνουν έστω και το παραμικρό λάθος.

Όλοι έχουμε έρθει κάποια στιγμή αντιμέτωποι με το ωμό παιχνίδι δύναμης που είναι το εξής: Όταν κάποιος εκφράσει αντίρρηση για την υγειονομική τυραννία, τότε του απαντούν όχι με επιχειρήματα, αλλά με φράσεις του τύπου «εφόσον όλοι αυτοί οι παγκόσμιοι οργανισμοί και οι προβεβλημένοι επιστήμονες αποδέχονται αυτά τα μέτρα, πώς μπορείς εσύ να τα αμφισβητείς;».

Η δηλητηριώδης συμφωνία είναι «εμβολιαστείτε για να σας ελευθερώσουμε και να πάρετε τη ζωή σας πίσω».

Ο κατασκευασμένος εχθρός είναι φυσικά κατά περίπτωση οι «ψεκασμένοι», οι «αρνητές της επιστήμης», οι «ανεμβολίαστοι».

Ως προς την αρχιτεκτονική, η φυσιολογική αντίληψη λέει ότι δεν είναι δυνατόν, όπως ισχυρίζονται οι ειδικοί, να αποτελεί πρόοδο και απελευθέρωση το κτίριο να είναι απλώς ένα κουτί που εκτελεί μια συγκεκριμένη λειτουργία και, αντίστοιχα, να θεωρείται οπισθοδρόμηση και υποδούλωση το να προσφέρει επιπλέον και αισθητική ευχαρίστηση· μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.

Μια ακόμη διαπίστωση του συγγραφέα που φωτογραφίζει αυτά που ζούμε σήμερα είναι η εξής:

«Ένα αποκαλυπτικό σημάδι σεχτών που προσπαθούν να αποκτήσουν δύναμη είναι να ακούμε ότι η κοινή λογική είναι αναξιόπιστη και ότι αντί γι’ αυτή θα πρέπει να εμπιστευόμαστε τους “ειδικούς”. (…) Κάθε αξίωση ότι οι ειδικοί κατέχουν ευφυΐα και γνώση που διαψεύδει (αντί να ενισχύει, διευρύνει ή να εξηγεί καλύτερα) τη φυσιολογική μας αντίληψη είναι κλασικό τέχνασμα για κατήχηση»12.

Αυτό ακριβώς ήταν και το ιδεολόγημα του κορωνοϊού: οι ειδικοί κατέχουν γνώση που ανατρέπει την απλή λογική. Για παράδειγμα, μέχρι τώρα από την πρακτική της ιατρικής σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας γνωρίζαμε ότι σε καραντίνα μπαίνουν οι ασθενείς με κάποια μεταδοτική ασθένεια. Τώρα μας είπαν ότι οι ειδικοί κατέχουν γνώση που υποδεικνύει ότι πρέπει να μπουν σε καραντίνα οι υγιείς! Με τον τρόπο αυτό προκύπτει και η έννοια του αρνητή. Αρνητής είναι τελικά εκείνος που δεν θέλει να δεχτεί την ανατροπή της φυσιολογικής μας αντίληψης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κανένα καταστροφικό γεγονός του παρελθόντος δεν υπήρξαν αρνητές, π.χ. στο μεγάλο σεισμό της Πάρνηθας του 1999 δεν υπήρξαν “αρνητές σεισμού”. Αυτό αποδίδεται από την κυρίαρχη ιδεολογία στο ότι παλαιότερα οι θεωρίες συνωμοσίας δεν γνώριζαν τόσο μεγάλη διάδοση μέσω διαδικτύου. Ο πραγματικός λόγος, όμως, είναι ότι τότε το κράτος έδινε συνετές οδηγίες και όχι παράλογες όπως τώρα. Μάλιστα ακόμη και στους μαθητές στα σχολεία τονιζόταν ότι τα περισσότερα θύματα σε ένα σεισμό προκαλούνται από τον πανικό και είναι σημαντικό να διατηρούμε την ψυχραιμία μας.

Κατά την κρίση του κορωνοϊού οι κυβερνήσεις και τα ΜΜΕ δαιμονοποίησαν όποιον κράτησε ψύχραιμη στάση χαρακτηρίζοντάς τον ως ψεκασμένο και κοινωνικά ανεύθυνο, και στην πράξη πριμοδότησαν τον φόβο και τον ακραίο πανικό, ενώ στα λόγια τον ξόρκιζαν.

Έτσι μέσα από την πρόσφατη ιστορία της αρχιτεκτονικής, συμπληρώθηκε ένα ακόμα κομμάτι από το παζλ του ανάποδου κόσμου που οικοδομεί με μεθόδους καρμπόν η Νέα Τάξη Πραγμάτων. Οι τεχνικές της προπαγάνδας και της χειραγώγησης που εφαρμόστηκαν κατά την κρίση του κορωνοϊού δεν είναι πρωτόγνωρες, αλλά έχουν εφαρμοστεί και εντοπιστεί στο παρελθόν.

.https://kvathiotis.substack.com/p/ee5

1 

David Watkin, Ιστορία της Δυτικής Αρχιτεκτονικής, μτφ.: Κώστας Κουρεμένος, ΜΙΕΤ 2007, σελ. 619.

2 

Watkin, ό.π., σελ. 601-602.

3 

Roger Ebert, The image of a man you do not see, https://www.rogerebert.com/roger-ebert/the-image-of-a-man-you-do-not-see

4 

David P. Handlin, American Architecture, Thames & Hudson 2004, σελ. 80.

5 

Lorraine B. Diehl, The Late, Great Pennsylvania Station, Four Walls Eight Windows 1996, σελ. 11.

6 

Watkin, ό.π., σελ. 538.

7 

Anthony Sutcliffe, Paris An Architectural History, Yale University Press 1993, σελ. 171.

8 

Nassim Nicholas Taleb, Antifragile, Penguin 2013, σελ. 325.

9 

Ebert, ό.π.

10 

Nikos A. Salingaros, Anti-Architecture and Deconstruction, Umbau-Verlag, 2006 & 2008, σελ. 76-77.

11 

Salingaros, ό.π., σελ. 167.

12 

Salingaros, ό.π., σελ. 109.

Share this post