Νὰ φοβᾶσαι τὸ Θεὸ ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ σκληρὸ ὄνομα τῆς δικαιοσύνης πού τοῦ δώσανε

Νὰ φοβᾶσαι τὸ Θεὸ ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ σκληρὸ ὄνομα τῆς δικαιοσύνης πού τοῦ δώσανε

Νὰ γίνεις κήρυκας τῆς ἀγαθότητας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πού, ἐνῶ εἶσαι ἀνάξιος, σὲ φροντίζει καί, ἐνῶ τὰ χρέη σου σ’ αὐτὸν εἶναι πολλά, δὲ σὲ ἐκδικεῖται, παρὰ γιὰ τὰ μικρὰ καλά σου ἔργα ποὺ ἀντιπαρέχει μεγάλες δωρεές. Μὴ καλέσεις λοιπὸν τὸ Θεὸ δίκαιο, γιατί ἡ δικαιοσύνη του δὲ φαίνεται στὰ ἁμαρτωλά σου ἔργα. Καὶ ἂν ὁ Δαβὶδ τὸν ὀνομάζει δίκαιο καὶ εὐθύ, ὅμως ὁ Υἱὸς του Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς φανέρωσε «ὅτι μᾶλλον εἶναι ἀγαθὸς καὶ χρηστὸς» (Λκ. 6, 35). Εἶναι ἀγαθός, λέει, γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἀσεβεῖς. Καὶ πῶς μπορεῖς νὰ ὀνομάζεις τὸ Θεὸ δίκαιο, ἅμα διαβάσεις στὸ κεφάλαιο τοῦ εὐαγγελίου ποὺ γράφει γιὰ τὸ μισθὸ τῶν ἐργατῶν; Λέει λοιπὸν ἐκεῖ: «Φίλε, δὲ σὲ ἀδικῶ. Θέλω νὰ δώσω σ’ αὐτὸν τὸν τελευταῖο ὅσα καὶ σὲ σένα. Ἢ μήπως ἐπειδὴ εἶμαι καλός, τὸ μάτι σου γεμίζει ἀπὸ ζήλια;» (Ματθ. 20, 13). Πῶς πάλι μπορεῖ νὰ ὀνομάζει κανεὶς τὸ Θεὸ δίκαιο, ἅμα διαβάσει γιὰ τὸν ἄσωτο γιό, ποὺ σκόρπισε τὸν πλοῦτο ἀσωτεύοντας; Πῶς ἔτρεξε ὁ πατέρας του καί, μόνο μὲ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ συντριβὴ ποὺ ἔδειξε, ἔπεσε στὸν τράχηλό του, καὶ τοῦ ἔδωσε ἐξουσία νὰ χαίρεται μέσα στὸν πλοῦτο του; Καὶ αὐτὰ βέβαια γιὰ τὸν πατέρα του δὲν τὰ εἶπε κανένας ἄλλος ὥστε νὰ διστάσουμε νὰ τὸν πιστέψουμε, ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς μὲ τὴ δική του μαρτυρία μᾶς βεβαίωσε ὅτι ἔτσι ἔχει τὸ πράγμα.

Ποῦ βλέπεις λοιπὸν τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ; Στὸ ὅτι ἤμασταν ἁμαρτωλοὶ καὶ ὁ Χριστὸς πέθανε γιά μας; Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ εἶναι ἐλεήμων καὶ εὔσπλαχνος, ἂς πιστέψουμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλοιωθεῖ. Λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος στὴν ἑρμηνεία τῆς Γενέσεως: Νὰ φοβᾶσαι τὸ Θεὸ ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ σκληρὸ ὄνομα τῆς δικαιοσύνης πού τοῦ δώσανε. Ἀγάπησέ τον, λοιπόν, ὅπως ἔχεις χρέος νὰ τὸν ἀγαπήσεις, καὶ ὄχι γιὰ τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ ποὺ περιμένεις νὰ σοῦ δώσει, ἀλλὰ γιὰ ὅσα λάβαμε, καὶ μόνο γιὰ τοῦτον τὸν κόσμο ποὺ δημιούργησε γιά μᾶς καὶ μᾶς τὸν χάρισε. Γιατί, εἶναι κανεὶς ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνταμείψει τὸ Θεὸ γιὰ ὅ,τι μᾶς χάρισε; Ποῦ εἶναι ἡ δίκαιη ἀνταπόδοση στὰ ἔργα μας;

Ποιὸς ἔπεισε τὸ Θεὸ νὰ μᾶς δημιουργήσει; Καὶ ὑπάρχει κανεὶς νὰ τὸν παρακαλεῖ γιὰ λογαριασμό μας ὅταν γινόμαστε ἀχάριστοι; Καὶ ὅταν κάποτε δὲν ὑπήρχαμε, ποιὸς ξύπνησε ἐκεῖνο τὸ σῶμα μας καὶ τὸ ἔφερε στὴ ζωή; Ἂς νιώθουμε, λοιπόν, εὐγνωμοσύνη καὶ ἀγάπη γιὰ ὅσα ἡ ἄφατη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ μᾶς χάρισε καὶ συνεχίζει νά μᾶς χαρίζει.

Αγιος Ισαάκ ο Σύρος

Share this post