«Πόσο μακριά θα φτάσει ο πόλεμος»;

«Πόσο μακριά θα φτάσει ο πόλεμος»;

Γράφουν

  • Serge Halimi
  • Βάλια Καϊμάκη (μετάφραση)

Έξι μήνες μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η Ρωσία εξετάζει το ενδεχόμενο να προσαρτήσει μέρος του εδάφους που κατέχει. Από την πλευρά τους, οι δυτικές χώρες προμηθεύουν την αμυνόμενη χώρα με όλο και πιο εξελιγμένα όπλα και ταυτόχρονα στέλνουν εκεί ομάδες «στρατιωτικών συμβούλων». Η Μόσχα δεν θέλει πλέον να υποτάξει την Ουκρανία, αλλά να την διαλύσει. Η Ουάσιγκτον δεν θέλει πλέον να περιορίσει τη Ρωσία, αλλά να την νικήσει. Τίποτα δεν φαίνεται να ανακόπτει τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού, όπου κάθε πλευρά, όλο και περισσότερο κυριαρχούμενη από υποστηρικτές του πολέμου, πιστεύει ότι έχει ελευθερία κινήσεων επειδή στοιχηματίζει ότι ο αντίπαλός της, ακόμη και αν στριμωχτεί, δεν θα διαπράξει ποτέ κάτι ανεπανόρθωτο προκειμένου να απεγκλωβιστεί. Κάτι τέτοια σφάλματα πρόβλεψης είναι που γεμίζουν τα νεκροταφεία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες υποσχέθηκαν στον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι θα τον βοηθήσουν να ανακτήσει στρατιωτικά το έδαφος που κατέκτησε ο εχθρός. Του έχουν αναθέσει τον καθορισμό των επιχειρήσεων και την κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης των επιχειρήσεων που προορίζονται να κινητοποιήσουν την κοινή γνώμη. Αν, όπως βάσιμα φοβόμαστε, η Ρωσία προσαρτήσει αυτό το φθινόπωρο όλο ή μέρος του Ντονμπάς, ή τις περιοχές της Χερσώνας και της Ζαπορίζια λίγο νοτιότερα, θα βοηθήσει τότε η Δύση το Κίεβο να τις ανακαταλάβει; Παίρνοντας έτσι το ρίσκο μιας ακόμη πιο άμεσης και επικίνδυνης αντιπαράθεσης με τη Μόσχα, η οποία είναι πιθανό να εφαρμόσει σε αυτά τα εδάφη την πυρηνική προστασία που επιφυλάσσει για τα δικά της1;

Το ζήτημα των κυρώσεων πρέπει να προσεγγιστεί με τον ίδιο ρεαλισμό, διότι ούτε και εδώ πρόκειται για ζήτημα πόζας. Τα κράτη που ήθελαν να «τιμωρήσουν τη Ρωσία» αναμφίβολα το πέτυχαν (δεν μπορεί πλέον να αποκτήσει ανταλλακτικά και ευαίσθητες τεχνολογίες), αλλά χωρίς να πλησιάσουν –και μάλιστα κατά πολύ!– τους στόχους που είχαν θέσει πριν από έξι μήνες. Την 1η Μαρτίου, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Μπρουνό Λε Μερ καυχιόταν: «Θα προκαλέσουμε την κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας. (…) Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακαλύπτει την ισχύ της». Δυστυχώς, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που δεν είναι άντρο αντιδυτικών δυνάμεων, μόλις κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η συρρίκνωση της ρωσικής οικονομίας κατά το δεύτερο τρίμηνο ήταν μικρότερη από την αναμενόμενη», ενώ «οι επιπτώσεις του πολέμου στις κυριότερες ευρωπαϊκές χώρες ήταν πιο αρνητικές από τις αναμενόμενες»2. Αν και μειωμένες, οι ρωσικές εξαγωγές ενέργειας αποφέρουν περισσότερα κέρδη στη Μόσχα λόγω της εκτίναξης των τιμών. Επομένως, η χρηματοδότηση της «ρωσικής πολεμικής μηχανής» δεν έχει επηρεαστεί, σε αντίθεση με την αγοραστική δύναμη των Ευρωπαίων, χτυπημένη από την απερίσκεπτη απόφαση των ηγετών τους. Έτσι, η κοινή ενεργειακή πολιτική, της οποίας οι κυρώσεις υποτίθεται ότι θα αποτελούσαν το επιστέγασμα, καταλήγει σε πρωτοφανή καταστροφή. Ιδιαίτερα για τις λαϊκές τάξεις, των οποίων το διαθέσιμο εισόδημα είναι ήδη μόλις και μετά βίας πάνω από το όριο επιβίωσης.

Δικαίως αγανακτούμε επειδή οι αποφάσεις που οδήγησαν σε πόλεμο και δυστυχία ελήφθησαν στη Μόσχα από έναν μόνο –ή σχεδόν μόνο– άνθρωπο. Είναι όμως αυτή τη στιγμή η κατάσταση τόσο διαφορετική αλλού; Και για πόσο καιρό ακόμα;


  1. Βλ..John J. Mearsheimer, «Playing with fire in Ukraine. The underappreciated risks of catastrophic escalation», «Foreign Affairs», Νέα Υόρκη, 17 Αυγούστου 2022.
  2. «World Economic Outlook», Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ουάσινγκτον, Ιούλιος 2022, www.imf.org.
  • Serge Halimi
    Διευθυντής της “Le Monde diplomatique”
  • Βάλια Καϊμάκη (μετάφραση)

militaire.gr

Share this post