Το πικρό «γιατί» μιας μαυροφορεμένης Ελληνίδας μάνας…

Το πικρό «γιατί» μιας μαυροφορεμένης Ελληνίδας μάνας…

Του Καθηγητή Γιώργου Πιπερόπουλου*

 

Καλοκαίρι στην Ελλάδα!…

Χυθήκαμε χαρούμενοι στους δρόμους, απειθάρχητοι, ανέμελοι οδηγοί στις εθνικές και επαρχιακές λεωφόρους και οδούς και «΄Οποιον πάρει ο Χάρος!…»

Τί κρίμα, αλήθεια!

Το πρόβλημα ΔΕΝ εντοπίζεται στις σταθερές συνιστώσες του ελληνικού καλοκαιριού που ξεχειλίζουν με θαλασσινή αλμύρα, αντανακλούν το πεντελικό λευκό και το ανεπανάληπτο στον πλανήτη γαλάζιο του ουρανού, ακτινοβολούν με κάθε εισπνοή την πρόκληση πόθου και πάθους για τον έρωτα και για τη ζωή!

Δεν θα εγκλωβίσω τη σημερινή μου πίκρα στις ευπρόσδεκτες προκλήσεις του ελληνικού καλοκαιριού που για δυο χρόνια μας τις στέρησε η περιβόητη πλέον και καθόλου προσφιλής Κινεζικής προέλευσης πανδημία covid-19…

Κάθε άλλο!…

Αλλά να, συνεχίζουν να υπάρχουν οι εθνικές «καρμανιόλες» στον Μαλλιακό, στη Χαλκιδική, στην Κοζάνη, στην  εθνική Αθηνών-Πάτρας (τμήμα της περιβόητης ΠΑΘΕ που στην πορεία της ολοκλήρωσής της θύμιζε για πολλά χρόνια το κλασικό περιβόητο «γιοφύρι της Άρτας»), και τι δεν υπάρχει στην απαράμιλλα όμορφη σε φυσικές καλλονές και πολιτικό-οικονομικά απίστευτα δύσμοιρη Ελλάδα μας…

Το υποσχέθηκα στην μαυροφορεμένη γυναίκα που στάθηκε απέναντί μου τις προάλλες και μου ζήτησε να της δώσω μια λογική απάντηση στο φαινομενικά απλό ερώτημά της ενός «γιατί» που τελικά αποδείχθηκε να είναι από τα πλέον αμείλικτα  «γιατί» που έχω αντιμετωπίσει εδώ και 50 χρόνια ακαδημαϊκής ενασχόλησης και επαγγελματικής ζωής ξεκινώντας από τη Μασσαχουσέττη και το Ρώντ Αϊλαντ, συνεχίζοντας στο Μόναχο και το Σάλτσμπουργκ μέχρι τη δικιά μας Θεσσαλονίκη και τη γηραιά Αλβιώνα τα τελευταία 10 χρόνια.

«Γιατί ΜΟΝΟ το δικό της παιδί, το δικό της σπλάχνο, να βρεθεί νεκρό μετά από ένα, με επιεική χαρακτηρισμό, «ηλίθιο ατύχημα» όπου ο οδηγός της παρέας είχε «φροντίσει» να κατεβάσει αρκετά ποτηράκια για να «φτιαχτεί» και να οικοδομήσει μεθοδικά την ψυχοσυναισθηματικά αποφορτισμένη κατάστασης που στα Μικρασιάτικα ελληνικά αποκαλείται «τσακίρ κέφι»…

«Θεέ μου», ρώτησε η μάνα, «Γιατί;»

Μη βιαστείτε να αντιτάξετε, ως αντεπιχείρημα την απορία σας «μήπως θα μετριαζόταν ο πόνος της χαροκαμένης γυναίκας αν, όπως συχνά συμβαίνει, είχαν επίσης σκοτωθεί ΟΛΑ τα παιδιά που βρίσκονταν μέσα στο ίδιο όχημα;»

Δεν διέκρινα ούτε ίχνος τέτοιας χαιρέκακης πρόθεσης στο αμείλικτο ερώτημα της μιας από τις δυο χιλιάδες ακαριαία χαροκαμένες σε ετήσια βάση ελληνίδες μάνες (στις οποίες πρέπει να προσθέστε και  μερικές ακόμη χιλιάδες κρίσιμα τραυματισμένων που βγαίνουν νεκροί ή σακατεμένοι εφ όρου ζωής από τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας…)

Διέκρινα την άδολη επιθυμία της χαροκαμένης μάνας να περάσω εγώ ως άνθρωπος της επικοινωνίας και πυκνά φιλοξενούμενος στο διαδίκτυο κάποια ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ μηνύματα σε μπλόγκς και ιστότοπους και αυτό κάνω σήμερα!..

Αγάπη σημαίνει σεβασμός για τον άλλο, ευθύνη του οδηγού σημαίνει αγάπη για τους επιβάτες του, έρωτας είναι η επιθυμία να επιμηκύνεις την εφήμερη ύπαρξή μας δίνοντάς της σπουδαία νοήματα, το οδήγημα είναι χαρά και απόλαυση όχι μέσο εκτόνωσης του μίσους για τον συνάνθρωπο ίσως ακόμη και της κρυφής επιθυμίας να τερματίσουμε τη δική μας ζωή που βαρεθήκαμε να βιώνουμε!..

Υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας, όχι μόνο στο δικό μου επαγγελματικό-ακαδημαϊκό συνάφι ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι καθηγητές και ερευνητές αλλά και απλοί άνθρωποι που οδηγούνται στη σκέψη ότι χρειάζεται κάποιες φορές να δούμε το ατύχημα ως :

«Φόνο εκ προμελέτης ή εξ αμελείας ή πάλι ως επιθυμία τερματισμού μιας άχαρης ζωής χωρίς νοήματα…»

Αν υπάρχει ΚΑΙ τέτοιο πρόβλημα τότε τα άτομα που βρίσκονται σε τέτοιας μορφής ψυχοσυναισθηματική κατάσταση και με τέτοιον ψυχισμό να φροντίσουν οι Αρμόδιες Αρχές να τα αποκλείσουν από το «δικαίωμα» απόκτησης και κατοχής διπλώματος οδήγησης δίκυκλου η τετράκυκλου μέσου μεταφοράς.

Και όταν τέτοιες ψυχοσυναισθηματικές καταστάσεις πρόδηλης επικινδυνότητας γίνουν αντιληπτές από συγγενείς και φίλους αφού το άτομο έχει ήδη αποκτήσει το απαραίτητο δίπλωμα οδήγησης τότε συνιστώ να φροντίσουν οι δικοί τους να το συνοδεύσουν όσο το δυνατόν πιο σύντομα στο γραφείο ενός ψυχολόγου ή ψυχιάτρου.

Δεν θα πρόκειται για κακοπροαίρετη και προσβλητική ενέργεια αλλά για απαραίτητη πράξη κοινωνικής ευθύνης καθώς, ειλικρινά, εμείς ως συνεπιβάτες στο δικό του όχημα ή ως οδηγοί που ερχόμαστε από την απέναντι λωρίδα του επαρχιακού ή εθνικού δρόμου, πού ακριβώς φταίμε ώστε να απολήξουμε ως ένα ακόμη, μέσα σε μια πληθώρα συνηθισμένων στην Ελλάδα,  τραγικό στατιστικό στοιχείο κάποιο καλοκαιριάτικο Σαββατοκύριακο σε κάποιον ελληνικό δρόμο;

————————————————-

*O Γιώργος Πιπερόπουλος, Δρ Κοινωνιολογίας – Ψυχολογίας, είναι Επίτιμος Καθηγητής  Μάνατζμεντ και Μάρκετινγκ στο Βρετανικό Πανεπιστήμιο Durham, συνταξιούχος καθηγητής Μάνατζμεντ, Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων και πρώην Πρόεδρος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Share this post